Επιζών του Ολοκαυτώματος μιλά για την Προσφυγική Κρίση της Συρίας, Gene Klein

refugeechild-large_trans++6CbGQpPl2gHgm3yFXhGx6nH8wbWJcIjjHHPisDhvqRM-large_trans++2oUEflmHZZHjcYuvN_Gr-bVmXC2g6irFbtWDjolSHWg.jpg
Την μέρα που φτάσαμε στο Άουσβιτς απεκδυθήκαμε της προσωπικότητάς μας.
Με θυμάμαι σε μια σειρά στον ανοιχτό χώρο του στρατοπέδου να τοποθετώ μπροστά μου τα παπούτσια και τα ρούχα μου. Αυτός ο σωρός στα πόδια μου ήταν ο τελευταίος δεσμός με την προηγούμενη ζωή μου. Οι δύο αδελφές μου, στις αρχές των είκοσι χρόνων τους, είχαν υποστεί μια παρόμοια μοίρα σε κάποιο άλλο σημείο του ίδιου στρατοπέδου. Τα όμορφα μακριά μαλλιά τους έπεσαν καθώς ξυρίστηκαν τα κεφάλιά τους και όλοι ενδυθήκαμε κουρέλια. Τα ονόματά μας αντικαταστάθηκαν με αριθμούς.
Λίγους μήνες πριν, ζούσαμε μια φυσιολογική ζωή. Πήγαινα στο σχολείο, έκανα τις δουλειές και τα μαθήματά μου, και έπαιζα όσο πιο πολύ ποδόσφαιρο όσο μπορούσα. Η αδελφή μου, Oli, έκανε τις ασκήσεις πιάνου της για να γίνει δασκάλα μουσικής. Η αδελφή μου Lily ήθελε να γίνει φαρμακοποιός. Στο τέλος της ημέρας, όταν ο πατέρας μου έφτανε στο σπίτι μετά το κλείσιμο του καταστήματός του στην πλατεία της πόλης, δειπνούσαμε όλοι μαζί, ξεκινώντας με τη σούπα και το φρέσκο ψωμί της μητέρας μου.
Είμαι απλά ένας κόκκος σκόνης μέσα στο πλήθος, κανείς δεν με θεωρεί ανθρώπινο ον. Δεν έχω όνομα. Είμαι απλά ο αριθμός 12.900. Oli Klein, επιζών του Ολοκαυτώματος.
Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για εμάς τους κρατούμενους στα στρατόπεδα ήταν να αντέξουν την γνώση πως οι οικογένειες που ζούσαν λίγα μέτρα έξω από το συρματόπλεγμα συνέχιζαν να ζουν, όπως κάποτε ζούσαμε και εμείς. Συνειδητοποιούσαμε ότι είχαμε γίνει ο απορριφθείς κόσμος, και αυτή η γνώση ήταν μια τεράστια πηγή μοναξιάς. Ήμασταν ανώνυμοι, ξεχασμένοι, παραμερισμένοι ενώ οι υπόλοιποι συνέχιζαν με τη ζωή τους.
Για ένα μεγάλο μέρος της αιχμαλωσίας τους, οι αδελφές μου ζούσαν σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας σε μια μικρή πόλη στη βόρεια Γερμανία. Κάθε μέρα, βάδιζαν από το στρατόπεδό τους μέσα από την πόλη στο εργοστάσιο πυρομαχικών όπου εργάζονταν νυχτερινή βάρδια. Μέσα από τις δαντελένιες κουρτίνες που θρόιζε το βραδινό αεράκι, έβλεπαν τις οικογένειες να τρώνε το βραδινό γεύμα τους. Στην άλλη πλευρά, η σούπα καταναλωνόταν, το ψωμί ήταν βουτυρωμένο, οι ζωές φυσιολογικές. Αυτοί οι δύο κόσμοι – της δικής τους αθλιότητας και της κανονικότητας που αντίκρυζαν – σχεδόν άγγιζαν ο ένας τον άλλο. Η αδελφή μου Oli είχε καταφέρει να κρατήσει ημερολόγιο ενώ ήταν φυλακισμένη.Έγραφε: “Είμαι απλά ένας κόκκος σκόνης μέσα στο πλήθος, κανείς δεν με θεωρεί ανθρώπινο ον. Δεν έχω όνομα. Είμαι απλά ο αριθμός 12.900. Ένας αριθμός δεν σημαίνει τίποτα, και είναι τόσο πολύ οδυνηρό για μένα. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν μέσα από τα άθλια, κουρελιασμένα ρούχα, τα τρύπια παπούτσια, τα ακατάστατα μαλλιά μου, σουφρώνουν τα χείλη τους με περιφρόνηση και με αποστρέφονται σα ζητιάνα. Τα παιδιά μας βγάζουν τη γλώσσα τους και μας κοροϊδεύουν.»
Οι οικογένειες στο τραπέζι τους σπάνια – αν ποτέ – σκέφτηκαν αυτές τις ντυμένες με ριγέ κουρέλια γυναίκες ως άτομα. Ήταν, αντίθετα, μια άμορφη συλλογή απόρριψης. Κάποιοι μπορεί να τους λυπήθηκαν, μερικοί μπορεί να τους μίσησαν – οι περισσότεροι μάλλον ένοιωθαν αποστροφή. Ωστόσο, αν είχαν κοιτάξει λίγο έξω και αναγνώριζαν στη γυναίκα που πέρναγε έξω από το παράθυρό τους, όπως η αδελφή μου Oli, ότι έπαιζε πιάνο όμορφα, ότι της άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο με τα αγόρια όταν ήταν νέα, ότι έχασε την οικογένειά της και τον φίλο της , τότε δεν θα της πρόσφεραν ένα πιάτο φαγητό από το ανοιχτό τους παράθυρο;
Αντισταθείτε στον πειρασμό της κούρασης από τις ειδήσεις για την ταλαιπωρία των Σύρων προσφύγων. Η απόρριψη αυτού του πολέμου εμφανίζεται με τόσους αριθμούς που μπορεί εύκολα να μας διαφύγει ότι αναφερόμαστε σε ανθρώπους.
Η ενσυναίσθηση είναι δύσκολη. Αν μπορούσαμε πραγματικά να αισθανθούμε τον πόνο καθενός του, θα είμαστε συγκλονισμένοι. Αντίθετα συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε τις ανέσεις των σπιτιών μας, ενώ η απόρριψη περνά ως παρελθόν έξω από τα παράθυρά μας, χωρίς κάποια βοήθεια ή συμπαράσταση. Οι εμπειρίες μας στο Ολοκαύτωμα σημαδεύτηκαν από ανθρώπους που τόλμησαν να μας συναισθανθούν.
Όταν ήμασταν σε ένα γκέτο, χριστιανοί γείτονές μας πρόσφεραν φαγητό. Μια γυναίκα έκανε βαρκάδα στο ποτάμι και πέταξε ένα πολύτιμο κρεμμύδι στη μητέρα μου και τις δύο αδελφές μου που εργαζόντουσαν εκεί δίπλα. Ένα βράδυ, ένας ηλικιωμένος Γερμανός παρενέβη όταν νεαροί οπαδοί του Χίτλερ χλεύαζαν και καταριόντουσαν τις γυναίκες που διέρχονταν την πόλη. Φώναξε ότι οι γυναίκες δεν έπρεπε να ντρέπονται για τίποτε, ότι η ντροπή ήταν ο τρόπος που τους φέρονται. Τέτοιες πράξεις ανόρθωναν το πνεύμα και έσωζαν ζωές. Είχαν ξεκινήσει από ανθρώπους που είδαν την ατομικότητα του άλλου ανθρώπου, την ατομικότητα σε κατάσταση ανάγκης.
Αυτή την Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος, ως κάποιος που έχει ζήσει σε αυτόν τον μοναχικό πλανήτη της απόρριψης, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω τη δύναμη της ανθρώπινης φροντίδας και γενναιοδωρίας.
Αυτή η κρίση δεν είναι το Ολοκαύτωμα, αλλά οι δύο που μοιράζονται “ενοχλητικά” θέματα, και σας καλώ να μην παραδοθείτε στην κούραση που μπορεί να μας οδηγήσει να κλείσουμε τα παράθυρα και τις κουρτίνες μας. Πρέπει επίσης να πολεμήσουμε την απελπισία. Τα προβλήματα στη Συρία φαίνονται ανυπέρβλητα, αλλά μπορούμε ακόμα να επιδρούμε σε όσους υποφέρουν.
Θυμηθείτε αυτό: Είναι τιμή στη ζωή να είσαι σε θέση να ασκείς μια θετική επίδραση έστω και σε ένα άλλο πρόσωπο. Και όταν η δυστυχία του άλλου είναι μεγάλη, μικρές πράξεις γενναιοδωρίας και θάρρους είναι ισχυρές και πέρα από κάθε προσδοκία.
Αδράξτε την ευκαιρία να κάνετε μια πράξη που θα ζει στη μνήμη κάποιου για μια ζωή και θα το μεταβιβάσει στις επόμενες γενιές. Προσφέροντας κάτι ανακουφίζετε τον πόνο του προσώπου που περνά πεζός έξω από το σπίτι σας. Υποστηρίξτε όταν οι άλλοι χλευάζουν. Ανοίξτε το παράθυρό σας και αγγίξτε απαλά το απεγνωσμένο πρόσωπο κάποιου. Θα το θυμάται για πάντα.
ΜΤΦΡ. Χριστίνα Σκούρτη
Advertisements